Οικοσύστηµα Όρους Κυλλήνης

Τα µεγάλα βουνά της Πελοποννήσου, συνθέτουν τοπία υψηλής αισθητικής αξίας και λειτουργούν ως σηµαντικοί βιότοποι για πολλά σπάνια είδη φυτών και ζώων της χώρας µας. Το όρος Κυλλήνη συγκροτεί µαζί µε τα όρη Χελµό, Παναχαϊκό και Ερύµανθο το βόρειο τείχος της Πελοποννήσου, του οποίου αποτελεί το ανατολικότερο άκρο. Βρίσκεται νοτιοδυτικά της πόλης του Ξυλοκάστρου, βόρεια του κάµπου του Φενεού και δυτικά της λίµνης Στυµφαλίας. Σύµφωνα µε τη µυθολογία σε απόκρηµνο σπήλαιο του βουνού, σε υψόµετρο 1.700µ γεννήθηκε ο θεός Ερµής από τη Νύµφη Μαία και το Δία.
Το βουνό χωρίζεται σε δύο συγκροτήµατα κορυφών:
- Τη Μικρή Ζήρεια µε τις κορυφές Χιόνι (2.117µ.), Ντούσια (2.086 µ.) και Τσούµα (2.021µ).
- Τη Μεγάλη Ζήρεια µε τις κορυφές Σηµείο (2.376 µ.), Προφήτη Ηλία (2.257 µ.) και Παράγκα (2.032 µ).
Ανάµεσα τους απλώνεται η χαράδρα της Φλαµπουρίτσας, η οποία διασχίζεται από τον ποταµό Σύθα και αποτελεί ένα χαρακτηριστικό τοπίο του ορεινού συγκροτήµατος της Κυλλήνης. Στο όρος Κυλλήνη απαντούν κυρίως πετρώµατα από ασβεστόλιθο. Η έντονη διάβρωση των κορυφών της Κυλλήνης από το νερό είναι φανερή από τις πολλές δολίνες, στις οποίες οφείλει το αρχαίο όνοµα της (Κυλλήνη ή Κύλλος χώρος ή λάκκα).
Η περιοχή του όρους Κυλλήνη είναι ενταγµένη στο Ευρωπαϊκό Οικολογικό Δίκτυο «Natura 2000» και ανήκει στον εθνικό κατάλογο των περιοχών του δικτύου µαζί µε άλλες αντίστοιχες περιοχές της Ελλάδας µε κωδικό GR 2530001 και τίτλο: «Κορυφές Όρους Κυλλήνης (Ζήρεια) και Χαράδρα Φλαµπουρίτσας».

Κυλλήνη - ένας βοτανικός παράδεισος με περισσότερα από 900 είδη φυτών!

Χλωρίδα

Η γεωγραφική θέση της Κυλλήνης, οι ιδιόμορφες γεωλογικές και κλιματικές συνθήκες της περιοχής σε συνδυασμό με τον έντονο διαμελισμό της σε πολλές κορυφές, χαράδρες, χείμαρρους και οροπέδια, έχουν δημιουργήσει μία ποικιλία οικολογικών συνθηκών, ιδανικών για την ανάπτυξη πολλών και διαφορετικών φυτών. Χαρακτηριστικός για τη χλωριδική αξία του βουνού, είναι και ο μύθος για το «μώλυ», το μαγικό βότανο, που έδωσε ο Ερμής στον Οδυσσέα, για να γλιτώσει από τον κίνδυνο να μεταμορφωθεί σε χοίρο από την Κίρκη.
Από τα μέσα του 19ου αιώνα η Κυλλήνη κέντρισε το ενδιαφέρον των βοτανολόγων. Ιδιαίτερα σημαντικές θεωρούνται οι παρατηρήσεις του Θ. Ορφανίδη το 1851-1854, ο οποίος ανακάλυψε πολλά νέα «αλπικά» είδη. Από τότε πολλοί επιστήμονες προώθησαν το έργο της συστηματικής μελέτης της χλωρίδας. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, η χλωρίδα του όρους Κυλλήνη αποτελείται από 961 φυτικά είδη και υποείδη, φανερώνοντας έναν ανεκτίμητο χλωριδικό πλούτο.
Ανάμεσα στα φυτά της Κυλλήνης υπάρχουν πολυάριθμα κοινά είδη, αλλά και αρκετά σπάνια. Συνολικά έχουν αναγνωριστεί 122 ενδημικά φυτά, εκ των οποίων τα 90 απαντώνται και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Τα υπόλοιπα είναι τοπικά ενδημικά της Κυλλήνης καθώς και ενδημικά της Κυλλήνης και των άλλων βουνών της Πελοποννήσου.

Τοπικά ενδημικά της Κυλλήνης
Με τον όρο τοπικά ενδημικά χαρακτηρίζουμε τα φυτά που ευδοκιμούν αποκλειστικά στην Κυλλήνη και δεν υπάρχουν σε καμιά άλλη περιοχή του κόσμου. Στην Κυλλήνη έχουν αναγνωριστεί και καταγραφεί μέχρι σήμερα 4 τοπικά ενδημικά: το Γάλιο της Κυλλήνης (Galium cyllenium), το Βερμπάσκο της Κυλλήνης (Verbascum cylleneum), το Ιεράκιο της Κυλλήνης (Hieracium cylleneum) και η Στύπα της Κυλλήνης (Stipa lessingiana ssp. cyllenaea).

Ενδημικά της Πελοποννήσου
Συνολικά έχουν αναγνωριστεί 28 ενδημικά φυτά που εμφανίζονται μόνο στους ορεινούς όγκους της Πελοποννήσου.

Σπάνια ενδημικά σύμφωνα με το Διεθνή Οργανισμό για τη Διατήρηση της Φύσης
Από το σύνολο των φυτών του όρους, 63 ενδημικά φυτικά είδη και υποείδη και 10 μη ενδημικά, ανήκουν σε μία από τις κατηγορίες επικινδυνότητας του Διεθνή Οργανισμού για τη Διατήρηση της Φύσης (IUCN, Βιβλίο ερυθρών δεδομένων / Red Data Book). Από αυτά, 16 ενδημικά χαρακτηρίζονται ως σπάνια, εκ των οποίων τα 2 είναι τοπικά ενδημικά, τα 6 ενδημικά της Πελοποννήσου και τα υπόλοιπα 8 ενδημικά της Ελλάδας. Από τα 10 μη ενδημικά τα 7 χαρακτηρίζονται ως σπάνια.

Διαβάστε περισσότερα...

Μεσογειακά είδη πεύκης µε ενδηµικά είδη µαύρης πεύκης

Στην περιοχή συναντούµε κοινότητες µε µαύρη πεύκη µε κύρια είδη την ανεµώνα του βουνού και το δωρόνικο. Διακρίνονται δύο φυτοκοινωνίες µε χαρακτηριστικά είδη: α) Μαύρη πεύκη και µπερκιά, β) Μαύρη πεύκη και κίκερ το ελληνικό.
Διαδραµατίζουν εξαίρετο ρόλο στην οικονοµία των υδατικών πόρων (συγκράτηση νερού, διατήρηση σταθερότητας οικοσυστήµατος). Φιλοξενούν µεγάλο αριθµό ειδών χλωρίδας, αλλά και σηµαντικά είδη όπως το κίκερ το ελληνικό.
Τα δάση της µαύρης πεύκης εξαπλώνονται κυρίως στις ανατολικές και βορειοανατολικές πλαγιές του όρους. Συνιστούν οικότοπο προτεραιότητας της Κοινοτικής Οδηγίας 92/43.

Διαβάστε περισσότερα...

Ελληνικά δάση πρίνου

Απαντώνται δάση πρίνου µε κύρια είδη το πουρνάρι, τα κουτσαγρέλια, τον αγριόκεδρο και τούφες των βουνών. Διακρίνεται η φυτοκοινωνία µε κύριο είδος το πουρνάρι.
Οι διαπλάσεις αυτές εµφανίζονται κυρίως σε αβαθή έως µετρίως βαθιά εδάφη προερχόµενα από την αποσάθρωση µαργών. Διαδραµατίζουν σηµαντικό ρόλο στην οικολογία των υδατικών πόρων, φιλοξενούν σηµαντικό αριθµό φυτών και ζώων και συµβάλλουν στη διατήρηση του οικοσυστήµατος.
Πλούσιοι σε είδη λειµώνες µε Νάρδους (Nardus), σε πυριτικό υπόστρωµα της ορεινής περιοχής (και υποορεινής περιοχής, στην ηπειρωτική Ευρώπη).
Πρόκειται για κοινότητες µε κύρια είδη τον αλωπέκουρο το γεράρδειο, το ψιλόχορτο, το τριφύλλι και το νάρδο το σφικτό.
Οι επικρατούσες ενιαίες και οµοιόµορφες οικολογικές συνθήκες στους βιότοπους που εµφανίζονται αυτές οι κοινότητες, αντικατροπτίζονται στην οµοιοµορφία της βλάστησης των αποψιλωµένων λιβαδιών (λιβάδια µε χιονοστρώσεις). Το ψιλόχορτο δηµιουργεί πυκνό τάπητα, ενώ χαρακτηριστική είναι η ανάπτυξη του αλωπέκουρου σε πυκνές χλοερές τούφες.
Για την ανάπτυξη των εν λόγω κοινοτήτων απαιτείται η ανάγκη ύπαρξης συγκεκριµένων οικολογικών συνθηκών, καθώς παρουσιάζουν πολύ περιορισµένο εύρος οικολογικών και εδαφικών απαιτήσεων. Αποτελεί οικότοπο προτεραιότητας της Κοινοτικής Οδηγίας 92/43.

Διαβάστε περισσότερα...

Βαλκανικοί λιθώνες

Οι βαλκανικοί λιθώνες που απαντώνται περιλαµβάνουν κύρια είδη τη δρυπή την ακανθωτή και τη βαϊλλαντία τη στιλβούσα. Διακρίνεται η φυτοκοινωνία µε χαρακτηριστικά είδη τη σκροφουλάρια τη µυριόφυλλη και το θαµνοσκιάδειο το βρουλοειδές.
Τα χαρακτηριστικά των φυτοκοινωνιών που αποικίζουν τέτοιου είδους υποστρώµατα είναι: συµµετοχή χαµηλού αριθµού φυτικών ειδών στις ασβεστολιθικές σάρες, ασθενής βαθµός φυτοκάλυψης, συµµετοχή ειδών µε υψηλό βαθµό βιογεωγραφικού ενδιαφέροντος, καθώς ο αριθµός των ενδηµικών τους ειδών είναι ιδιαίτερα σηµαντικός.
Τα είδη στις σάρες µε ισχυρή κλίση συγκρατούνται χάρη στις ιδιαίτερες προσαρµογές των ριζών και των βλαστών τους. Η προσαρµογή αυτή επιτρέπει τη συγκράτηση του εδάφους και τη στήριξη των φυτών χωρίς να προκαλούνται ζηµιές.

Διαβάστε περισσότερα...

Δάση ανατολικής πλατάνου

Περιλαµβάνονται κοινότητες µε πλατάνια, βουνοϊτιές, ασηµοϊτιές και φτελιές. Οι συστάδες αναπτύσσονται πάνω σε βαθιά εδάφη προερχόµενα από την αποσάθρωση αµµούχων µαργών, κυρίως όµως κατά µήκος της κοίτης των ρεµάτων όπου το υπόστρωµα είναι ως επί το πλείστον αλλουβιακές αµµώδεις αποθέσεις. Οι οµάδες µε πλατάνια και βουνοϊτιές του µέσο-µεσογειακού και του υπερ-µεσογειακού ορόφου βλάστησης αντίστοιχα αποτελούν σχηµατισµούς που η ανάπτυξη τους εξαρτάται από τις ιδιαίτερες συνθήκες της περιοχής εµφάνισης τους.

Διαβάστε περισσότερα...

Καλαµώνες

Πρόκειται για κοινότητες µε κύριο είδος το βούτηµα. Παρατηρούνται σε µία συγκεκριµένη περιοχή στη «Λίµνη Δασίου». Χαρακτηριστική είναι η ύπαρξη του εν λόγω είδους, το οποίο εµφανίζεται χωρίς προσµίξεις άλλων φυτικών ειδών. Αποτελεί σπάνιο οικότοπο στην περιοχή και απαιτεί ιδιαίτερη προστασία και διαχείριση.

Διαβάστε περισσότερα...

Σχηµατισµοί µε άρκευθους

Πρόκειται για κοινότητες µε αγριόκεδρο, αγριοκοροµηλιά, χαµοκέρασο και λάθηρο. Διακρίνεται η φυτοκοινωνία µε χαρακτηριστικά είδη τη µπερκιά και το αγριόκεδρο. Οι κοινότητες αυτές ως προς την υψοµετρικής τους κατανοµή αποικίζουν τα µεσαία τµήµατα του υπερ-µεσογειακού έως τα κατώτερα τµήµατα του ορεινού µεσογειακού ορόφου βλάστησης. Η µονάδα αυτής της βλάστησης αντιπροσωπεύει υποβάθµιση των συστάδων ελάτης-πεύκης. Χαρακτηριστικό των θαµνώνων αυτών είναι η συµµετοχή ενός µεγάλου αριθµού ειδών, κυρίως ποωδών.

Διαβάστε περισσότερα...

Δάση ελληνικής ελάτης

Η κεφαλληνιακή ελάτη είναι ένα ελληνικό ενδηµικό είδος, το οποίο συναντάται σε ποικίλες εκθέσεις και γεωλογικά υποστρώµατα, κυρίως σε ασβεστόλιθο. Πρόκειται για κοινότητες µε ελληνική ελάτη µε κύρια είδη τον αγριόκεδρο, την κρεπή τη φραάσειο, το πουρνάρι και την καµπανούλα την κοχλιαρόφυλλη.
Τα τελευταία χρόνια έχουν παρατηρηθεί εκτεταµένες προσβολές ποικίλων ασθενειών που οφείλονται είτε στην ηλικία του δάσους, είτε στις κλιµατικές συνθήκες των τελευταίων ετών. Αποτελούν οικοτοπο ιδιαίτερης οικολογικής αξίας που απαιτεί ορθολογική διαχείριση.

Διαβάστε περισσότερα...

Ενδηµικοί - Οροµεσογειακοί ερεικώνες

Ο συγκεκριµένος τύπος οικοτόπου περιλαµβάνει πολυετή αγροστώδη, χαµαίφυτα προσκεφαλοειδούς ανάπτυξης και διάφορα χαµηλά νανοφανερόφυτα, τα οποία διαδραµατίζουν σηµαντικό ρόλο στη διαµόρφωση της φυσιογνωµίας των ορεινών µεσογειακών και οροµεσογειακών τοπίων. Απαντάται σε ποικίλες κλίσεις, εκθέσεις και γεωλογικά υποστρώµατα.
Πρόκειται για κοινότητες µε κύρια είδη τη φεστούκα τη ζαµπέρτειο, τούφες, τη µελική τη βλεφαριδωτή, την παπαδίτσα, τη χαµοληά, τη φεστούκα της Κυλλήνης, το σκουλόχορτο, τον αστράγαλο το στενόφυλλο, τον αστράγαλο της Κυλλήνης και τη γλοβουλάρια την οτυγία.
Τα εδάφη τους αποτελούνται από πετρώδεις χαλικωµένες επιφάνειες επιχωµατωµένες µε αργιλικές αποθέσεις και παρουσιάζουν µικρή περιεκτικότητα χούµου στην επιφάνεια του εδάφους.
Σηµαντική είναι η συµµετοχή σπανίων ειδών µε µεγάλη οικολογική σηµασία, όπως η γλοβουλάρια η οτυγία και το κίρσιο της Κυλλήνης, τα οποία απαιτούν ανάλογη διαχείριση και προστασία.

Διαβάστε περισσότερα...

Εξερευνήστε τα Δημοτικά Διαμερίσματα του Δήμου Ξυλοκάστρου - Ευρωστίνης